Νοσοκομείο
Νοσοκομείο (φωτο: pixabay)

Αναστάτωση επικρατεί μεταξύ του ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού της Μαιευτικής Κλινικής του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Λάρισας, με το κρούσμα γυναικάς με σύφιλη.

Την παραμονή των Χριστουγέννων γυναίκα με σύφιλη, νόσος που δεν είχε διαγνωστεί νωρίτερα, πήγε να γεννήσει με αποτέλεσμα να εκθέσει αρκετούς εργαζόμενους (αν όχι και νοσηλευόμενους) στο ενδεχόμενο της μόλυνσης.

Σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες του larissanet.gr το περιστατικό μεταφέρθηκε από το Γενικό Νοσοκομείο της Λάρισας στο Πανεπιστημιακό το οποίο εφημέρευε.

Κατά την εισαγωγή του περιστατικού στη Μαιευτική Κλινική του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου δεν έγιναν οι απαιτούμενοι έλεγχοι, παρά το γεγονός ότι προβλέπονται από τα σχετικά πρωτόκολλα, προκειμένου να διαπιστωθεί αν η εγκυμονούσα είναι φορέας μεταδιδόμενων νοσημάτων.

Αποτέλεσμα της αβλεψίας ήταν το περιστατικό να εισαχθεί για τοκετό, με τους γιατρούς και τους νοσηλευτές να μην γνωρίζουν ότι είναι φορέας μεταδιδόμενου νοσήματος, προκειμένου να ακολουθήσουν τα σχετικά πρωτόκολλα προστασίας.

Η αποκάλυψη του προβλήματος έγινε τουλάχιστον μία εβδομάδα αργότερα, με το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό που ενεπλάκη στον τοκετό να βρίσκεται εκτεθειμένο σε πιθανότητα μόλυνσης.

Χωρίς αντιδραστήρια

Ο πανικός που δικαίως κατέλαβε το προσωπικό που ενεπλάκη στον τοκετό, έγινε ακόμα χειρότερος από τη στιγμή που το ίδιο το νοσοκομείο αδυνατεί να παράσχει τις απαιτούμενες εξετάσεις στο προσωπικό, προκειμένου να διαπιστωθεί αν έχουν μολυνθεί.

Και η αδυναμία έγκειται στο γεγονός ότι δεν υπάρχουν… αντιδραστήρια προκειμένου να γίνουν οι απαραίτητες εξετάσεις. Πρακτικά το νοσοκομείο στέλνει τους νοσηλευτές και τους γιατρούς στον ιδιωτικό τομέα, προκειμένου να διαπιστώσουν αν έχουν μολυνθεί!

Αίσθηση προκαλεί τέλος το γεγονός ότι από τη διοίκηση τόσο της κλινικής, όσο και του Νοσοκομείου τηρείται σιγή ιχθύος για το συμβάν, με το προσωπικό να κάνει λόγο για απόπειρα «κουκουλώματος» του περαστικού.

Security αποφασίζει για τις ζωές των ανθρώπων σε εφημερεύον νοσοκομείο – Του Κρικόρ Τσακιτζιάν