Χάρρυ Κλυνν
Χάρρυ Κλυνν

Χάρρυ Κλυνν | Ο «γελωτοποιός της Ρωμιοσύνης» έφυγε για το μεγάλο ταξίδι.

Ο «γελωτοποιός της Ρωμιοσύνης», ο αξέχαστος «Τραμπάκουλας» έφυγε  από κοντά μας το πρωί της Δευτέρας 21 Μαΐου, αφήνοντας πίσω του ένα δυσαναπλήρωτο κενό, καταγράφοντας την μεγάλη απώλεια ενός σπουδαίου σατιρικού καλλιτέχνη που κατόρθωσε να εκφράσει μ’ έναν τρόπο μοναδικό και ανεπανάληπτο τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα.
viky 10

Της: Βίκυς Μιχαλονάκου

Τον είπανε «νέο Αριστοφάνη» τον αποκάλεσαν «πικρό στοχαστή», «επαναστάτη κωμικό», «γελωτοποιό της Ρωμιοσύνης» και ο γνωστός θεατρικός κριτικός Κώστας Γεωργουσόπουλος τον χαρακτήρισε «δαιμόνια αλογόμυγα», ο ίδιος έλεγε για τον εαυτό του :

«Είμαι ο μέσος εσείς. Είμαι η αγωνία σας».

Μία χαρισματική προσωπικότητα, ένα εκπληκτικό πηγαίο ταλέντο, άφταστος μίμος κωμικός ηθοποιός, που αγαπήθηκε από εκατομμύρια Έλληνες και πολλές γενιές, χαρίζοντάς τους απλόχερα το γέλιο  μέσα από  το ανεξάντλητο χιούμορ του και την καυστική του σάτιρα

Εκείνο, όμως, το θρυλικό «Ουγκά-γκα- μπου» (1979),  θα παραμείνει ένα ζωντανό κύτταρο, ένα αρχετυπικό δείγμα μιας πολιτιστικής επανάστασης,  που μετουσιώθηκε σε εθνικό ύμνο των νεοελλήνων,  και μεταβλήθηκε σε ιδεολογικό σύμβολο με διαχρονική αξία και σημασία, μέχρι και σήμερα, ως σήμα κατατεθέν σε χαλεπούς καιρούς.

Ο Χάρρυ Κλυνν, ή κατά κόσμον Βασίλης Τριανταφυλλίδης όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, από φτωχή οικογένεια Πόντιων προσφύγων, έφυγε το 1964 για Αμερική και Καναδά, δουλεύοντας σε μαγαζιά της διασποράς για 10 χρόνια.

Όταν επέστρεψε στην Ελλάδα το 1974, τα πέτρινα χρόνια της δικτατορίας, πρωτοεμφανίστηκε στις μπουάτ της Πλάκας  στον «Aιγόκερω», στον «Zυγό» και στην «Διαγώνιο» και από την κυκλοφορία του πρώτου του δίσκου «Για δέσιμο», γνώρισε την μεγάλη επιτυχία.

Έγινε είδωλο, σήμα σε μπλουζάκια , στυλό και σουβέρ, «νούμερο 1» στην πίστα και στους δίσκους. Ο Χάρρυ Κλυνν της δεκαετίας του ’80, είτε απολογείται, είτε αυτοαποκαλύπτεται δισκογραφικά ότι είναι «για δέσιμο», είτε ως «Ρωμαίος αυτοκράτορας» των νεοελλήνων, μας προτρέπει να τον «δοξάσουμε», ήταν πάντα ιδιαίτερα επικριτικός, ενάντια στους γνωστούς κύκλους του Κολωνακίου που αμφισβητούσαν την καλλιτεχνική του αξία, γιατί θιγόταν, προφανώς, ο αστικός ευπρεπισμός τους  με τις αθυροστομίες του.

Σε μια παλιά συνέντευξή του (« Αυριανή» 1η Μάρτη  1981) απαντώντας στους επικριτές του, μου εξηγεί την αποδοχή και την στήριξη που είχε  από τους διανοούμενους της εποχής:

«Όταν έρχεται  ένας Γιάννης Ρίτσος κλαίγοντας στο καμαρίνι μου, όταν έρχεται ένας Τσαρούχης, ένας Θόδωρος Αγγελόπουλος, όταν σε καλούν από τα πανεπιστήμια, όπως ο καθηγητής Ζάχος, θα κάτσουμε ν΄ασχοληθούμε τώρα, με το τι λένε στο Κολωνάκι και στα « Νούφαρα». Εγώ δεν έχω πάει ποτέ σ΄αυτά τα μέρη και μου είναι αδιάφορη η γνώμη αυτών των ανθρώπων…»

Αδιαμφισβήτητα, ήταν ένας γνήσιος λαϊκός καλλιτέχνης που υπηρέτησε πιστά σχεδόν μισό αιώνα, τον χώρο του θεάματος: την εγχώρια δισκογραφία, την πίστα, το ραδιόφωνο, την ελληνική κωμωδία, τη σάτιρα, την επιθεώρηση, το θέατρο και τον ελληνικό κινηματογράφο, υποδυόμενος θρυλικούς ήρωες, ένα πηγαίο ταλέντο  που γνώρισε τη ευρεία αποδοχή και την μεγάλη αγάπη του κοινού.

Τα αστεία του τσουχτερά, συνοδευόντουσαν από μια προκλητική επιθετικότητα, και απεικόνιζαν την κοινωνική υποκρισία. Δεν υπήρχαν όρια φραγμοί, τους επιτρέπονταν όλα: καταγγέλλουν, κριτικάρουν, γελοιοποιούν πρόσωπα, γεγονότα, καταστάσεις.

Οξύς, επιθετικός, αθυρόστομος βαθύς, όμως γνώστης μιας κοινωνικής πραγματικότητας που έζησε και περιέγραψε με το δικό του πικρό χιούμορ:

«Ασκώ την κριτική μου αυτή, γιατί εγώ εξακολουθώ να πιστεύω σε αυτόν τον  ξεχασμένο λαό μας· το ξεχασμένο ήθος, που κάθε μέρα χτίζεται και γκρεμίζεται σαν το « Γεφύρι της Άρτας».

Ο «Πολίτης Κλυνν», ήταν ένας αγανακτισμένος πολίτης, ένας  καθημερινός βιοπαλαιστής, αλλά ένας μαχητής της ζωής.

Ένας επαναστατημένος στοχαστής και διανοητής, συγγραφέας σατιρικών κειμένων που σμίλευσε με την πέννα του τη νοοτροπία του νεοέλληνα και στηλίτευε με τον προφητικό του λόγο τα «χαρίσματα» της φυλής:

«Είμαστε  έθνος ανάδελφον, λαός «κιτς» και οι πολιτικοί έχουν  έντονο αυτό το στοιχείο κι εκεί θα μείνουμε…»

Σφράγισε ανεξίτηλα με την παρουσία και την γραφίδα του τα καλλιτεχνικά δρώμενα του τόπου, καυτηριάζοντας με τον δικό του μοναδικό τρόπο τα κακώς κείμενα στην νεοελληνική πραγματικότητα, που αντικαθρεπτιζόταν στην πρόθεσή του να επεξεργαστεί ένα πρόγραμμα, δημιουργώντας μια σύνθεση διαλεκτικής με αιχμηρή σάτιρα χρησιμοποιώντας τη μαιευτική μέθοδο με συγκεκριμένο στόχο να κατευθύνει, να «τσιγκλήσει», το ακροατήριό του και όχι να χαϊδέψει τα αυτιά του.

Με άλλα λόγια  ένα «ηθικοπλαστικό μανιφέστο» όπως χαρακτήριζε ο ίδιος τη δουλειά, με κύρια συστατικά: την ειρωνεία, την υπερβατική και περιπαικτική αφήγηση, ενός τελικά σουρεαλιστικού ανατρεπτικού λόγου με ανεξάντλητο χιούμορ που έκρυβε, όμως, μέσα του πολύ θυμό, οργή, πίκρα, σαρκασμό και αυτοσαρκασμό.

Είχα τη μεγάλη τύχη να τον γνωρίσω πολύ καλά σαν δημοσιογράφος μέσα από τις κατά καιρούς συνεντεύξεις, που μου παραχωρούσε και  όλα αυτά τα χρόνια που ζούσε στο Χαλάνδρι μας έδεσε μια καλή και ειλικρινής φιλία.

Από τα πρώτα του καλλιτεχνικά βήματα και τις μεγάλες του επιτυχίες στο χώρο του θεάματος και της δισκογραφίας, έγινε φίρμα. Ο ίδιος δεν αποδεχόταν αυτό τον χαρακτηρισμό και επαναπροσδιοριζόταν σε αυστηρά πλαίσια, δίνοντας το καλλιτεχνικό του στίγμα:

«Εμένα με απασχολεί  περισσότερο η ουσία των πραγμάτων των προσώπων και των πραγμάτων  και λιγότερο ο τρόπος επικοινωνίας. Είμαι ικανός  να παράγω γέλιο με έναν πολύ απλό τρόπο χάρη στην έμφυτη αυτή ικανότητα που έχω και με εμφανίζει ιδιαίτερα ευχάριστο. Αλλά φροντίζω  η « ευχάριστη πλευρά μου» να μην είναι αυτή που θα κλέψει την παράσταση και θα απομακρύνει  τον θεατή από την ουσία των πραγμάτων…»

Υπήρξαν ακόμη και εκείνοι που αμφισβήτησαν τις προσπάθειές του. Κανείς, όμως δεν βρέθηκε να αμφισβητήσει, το αναμφισβήτητο ταλέντο του, τη μαγεία της επικοινωνίας του με τον κόσμο. Ο ίδιος  δίνει τη προσωπική του εξήγηση:

«Μπορώ να πω ότι είμαι ο περισσότερος προοδευτικός καλλιτέχνης, σε τρόπο επικοινωνίας και τρόπο τεχνικής σε όλο τον κόσμο».

Άξια μνείας είναι από τις δεκάδες συνεντεύξεις που μου έδωσε, η συνέντευξη που δημοσιεύτηκε στο «ΚΥΡ ΕΘΝΟΣ» (26.8.1990) και σχολιάστηκε ευρέως από τον Τύπο και τα ΜΜΕ της εποχής για τις εκ βαθέων εξομολογήσεις του.

Μεταξύ άλλων, με αφορμή τον τελευταίο του δίσκο που κυκλοφόρησε εκείνη την εποχή με τίτλο «Αποκαλύψεις» μου εκμυστηρεύτηκε  το  μεγάλο  του παράπονο.

«Ο τελευταίος μου δίσκος ενώ έγινε  σοβαρό αντικείμενο μελέτης από το BBC και σε μερικά πανεπιστήμια εκτός Ελλάδας, δεν με κάλεσε η Πάντειος Σχολή να διδάξω στο τμήμα Κοινωνιολογίας».

Τι απαντά, όμως, ο Χάρρυ Κλυνν, όταν έχει δηλώσει πως η μεγάλη κατάκτηση για ένα σατιρικό καλλιτέχνη είναι η «αυτοκατάργησή» του;

Πιστεύεις ότι με τη ΝΔ θα «καταργηθείς»;

«Ιστορικά η ΝΔ κατήργησε το ΠΑΣΟΚ. Νωρίτερα το ΠΑΣΟΚ κατήργησε τη ΝΔ. Εκτός αυτής κατήργησε τους πάντες και τα πάντα. Όταν αυτοκαταργήθηκαν ΝΔ και ΠΑΣΟΚ δημιουργήθηκε η Οικουμενική με τον κατηργημένο Συνασπισμό.

Όλα αυτά τα χρόνια, ο λαός πίστευε  πως η κοινωνική αδικία θα καταργηθεί. Τελικά, καταργήθηκε ο λαός. Εύχομαι, λοιπόν, να καταργηθούν όλα  για να  καταργηθώ κι εγώ.

Αν αυτό το επιτύχει ο Μητσοτάκης, καταργούμαι από τώρα…»

Καλό ταξίδι αιώνιε Χάρρυ..!!!

Πέθανε ο Χάρρυ Κλυνν – Ο δημοφιλής ηθοποιός (video)

twitter-logo-boxnews