Θεόδωρος Πετρακόπουλος | ο κύριος “Mr. Grande Bretagne”
Θεόδωρος Πετρακόπουλος

Θεόδωρος Πετρακόπουλος | ο κύριος “Mr. Grande Bretagne”.

Η ζωή του μοιάζει με κινηματογραφική ταινία χολιγουντιανής κοπής, με έντονα στοιχεία αστυνομικού θρίλερ και μπόλικη χρυσόσκονη αμερικάνικης σαπουνόπερας.

Ένας Βαλκάνιος ήρωας ο “Πεταλούδας” ή στην καλύτερη περίπτωση ο “Φυγάς” έχοντας μια ζωή πολυτάραχη, στα όρια της νομιμότητας και της παρανομίας… Θεόδωρος Πετρακόπουλος στα υπερπόντια ταξίδια του στην Αμερική “καταζητούμενος” της Ιντερπόλ για “μαύρες  τρύπες” που άνοιξε στην Ελλάδα, “επικηρυγμένος” εραστής στην ημεδαπή και αλλοδαπή αλλά και στην εσωτερική ελληνική ενδοχώρα για ακάλυπτες επιταγές στον έρωτα. Μπον βιβέρ, κολεγιόπαις, λάτρης του ωραίου φύλου, γυναικοκατακτητής, έζησε μια μυθική ζωή, δίπλα σε βασιλιάδες και πρίγκιπες, διάσημα ονόματα του διεθνούς τζετ-σετ και κινηματογραφικούς αστέρες. Γόνος μιας από τις πλέον επιφανούς οικογένειας της Αθηναϊκής ελίτ, -κουβαλώντας ένα βαρύ όνομα σαν ιστορία- έμβλημα και σύμβολο μιας χρυσής εποχής του ιστορικού ξενοδοχείου της Μεγάλης Βρετανίας . Ο Θεόδωρος Πετρακόπουλος τζούνιορ ή “Τεό” επί το καλλιτεχνικότερο, όπως τον αποκαλούν οι διαδικτυακοί φίλοι του στο FB, αυτοσυστήνεται ως “Mr. Grande Bretagne”, στην συνέντευξη που παραχώρησε στο δημοσιογράφο Δημήτρη Γκοσμάνη. 

Κύριε Πετρακόπουλε, γιατί επιλέξατε το ξενοδοχείο Μεγάλη Βρετανία για να μου παραχωρήσετε αυτή τη συνέντευξη; Τι συναισθήματα σας προκαλεί αυτός ο χώρος;

Το ξενοδοχείο σύμβολο της Αθήνας, χτίστηκε από τον προπάππο μου και είναι λογικό να έχω πολλά και ανάμεικτα συναισθήματα. Δεν σας κρύβω ότι αποφεύγω να έρχομαι τακτικά… Από το καιρό που πουλήθηκε η Μεγάλη Βρετανία, ο πατέρας μου μέχρι το 2004 που πέθανε και εκείνος δεν περνούσε ούτε απ’ έξω. Καμιά φορά έρχομαι με την γυναίκα μου και τρώμε στο Ρουφ γκάρντεν.

Είστε γόνος μια αριστοκρατικής οικογένειας που έγραψε την δική της ιστορία, στα πολιτιστικά και κοσμικά δρώμενα της Αθήνας με τον προπάππο και τον παππού σας, εμπνευστές, δημιουργοί και συνεχιστές μιας ιστορικής “αυτοκρατορίας” του “Grande Bretagne”,  που αποτέλεσε και αποτελεί ορόσημο στην πολιτιστική πρωτεύουσα. Μάλιστα ένας παλιός Γάλλος δημοσιογράφος ο Ρενέ Πιό έγραψε για αυτό το ιστορικό κτίριο: “Μετά τον Παρθενώνα το πιο γνωστό κτίριο στην Αθήνα είναι το ξενοδοχείο Μεγάλη Βρετανία”…

Η Μεγάλη Βρετανία, στο στυλ των πολυτελών ξενοδοχείων της Ευρώπης ήταν και παραμένει ο χώρος των σημαντικών εκδηλώσεων της πρωτεύουσας. Το ξενοδοχείο μας δημιουργήθηκε από τον προπάππο μου Στάθη  Λάμψα- Πετρακόπουλο που τον διαδέχτηκε ο παππούς μου Θεόδωρος Πετρακόπουλος, από όπου πήρα και το όνομα του. Τον προπάππου μου δεν τον γνώρισα καθώς πέθανε λίγο πριν γεννηθώ εγώ. Τον αδελφό του πάτερα μου, ούτε και εκείνον γνώρισα, πέθανε αλκοολικός από κύρωση του ήπατος, σε ένα σανατόριο που τον είχανε κλείσει από το 1951. Το ξενοδοχείο το διοικούσαν τρία αδέλφια, ο θείος μου ο Στάθης η θεία μου η Σοφία Δοξιάδη που παντρεύτηκε τον ιατρό και διευθυντή του Ευαγγελισμού, Απόστολο Δοξιάδη και ο πατέρας μου ο Περικλής Πετρακόπουλος. Εμείς επίσης είμαστε τρία αδέλφια, η Αλεξάνδρα, εγώ και ο αδελφός μου, τον οποίον για να συνεχιστεί το όνομα και η παράδοση τον ονόμασαν Στάθη – Λάμψα- Πετρακόπουλο. Στο ξενοδοχείο μας, πέρασα τα παιδικά και τα εφηβικά μου χρόνια, έχοντας οικογενειακές επαφές με τον τέως Βασιλιά Κωνσταντίνο, άλλους ξένους βασιλείς, πρίγκιπες, τους εκάστοτε πρωθυπουργούς της χώρας και ηγέτες άλλων χωρών.

Τι ενθυμείστε από τα ιστορικά αυτά  πρόσωπα;

Για τον Γιώργο Ράλλη, τον Ευάγγελος Αβέρωφ, τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, γι’  αυτούς το ξενοδοχείο μας, ήταν η δεύτερη κατοικία τους. Μένανε  σε εμάς τα μεσημέρια λόγω της βουλής. Όλους τους αποκαλούσαμε με τα μικρά τους ονόματα. Πάντα όμως με την λέξη κύριος. Γνώρισα τις μεγαλύτερες προσωπικότητες του πλανήτη, τους Κένεντι, τους Ροκφέλερ, τον Γιασέρ Αραφάτ, την Μάργκαρετ Θάτσερ και κινηματογραφικούς σταρ, όπως η Σοφία Λορεν, τον Λόρενς Ολιβιέ, τον Χένρι Φόντα και την Ελίζαμπεθ Τέιλορ. Την τελευταία, την θυμάμαι να κατεβαίνει μεθυσμένη από την σουίτα που διέμενε, και με έστελνε ο πατέρας μου από το γραφείο του να της πάρω κρυφά από το μπαρ ένα μπουκάλι ουίσκι, για να μην την δουν σ’ αυτή τη κατάσταση. Μια ατελείωτη λίστα ονομάτων. Με όλους αυτούς καθόμουν στο τραπεζάκι στο αίθριο, δίπλα από το μπαρ μαζί με τον πατέρα μου. Μυθικές χοροεσπερίδες και χλιδάτα πάρτι στο Bool Room του ξενοδοχείου. Οι πάντες και τα πάντα περιστρέφονται πέριξ του ξενοδοχείου μας. Μάλιστα όταν πούλησε το ξενοδοχείο μας, άφησε στο ξενοδοχείο την περίφημη ταπισερί, που όμοια της δεν υπάρχει στον κόσμο.

Γιατί πέρασε σε άλλα χέρια η κραταιά “αυτοκρατορία”; Εσείς ο Θεόδωρος Πετρακόπουλος, δεν μπορέσατε να σταθείτε στο ύψος των περιστάσεων;

Μετά από μια μεγάλη αντιπαράθεση στην οικογενειακή μας επιχείρηση, μεταξύ του πάτερα μου και του πρώτου μου εξαδέλφου παθολόγου ιατρού της βασιλικής οικογενείας, Απόστολου Δοξιάδη, επήλθε η σύρραξη. Ο πατέρας μου ήταν o πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος και ο ξάδελφος μου αντιπρόεδρος και συνδιευθύνων σύμβουλος. Εγώ δεν υπήρξα ποτέ στην διοίκηση του ξενοδοχείου. Παρ’ όλο που σε ηλικία 15ετων είχα αποφασίσει ότι θα γίνω ξενοδόχος. Μιλούσα και μιλάω 5 γλώσσες σαν την μητρική μου. Ταξίδευα από την μια άκρη του πλανήτη στην άλλη. Είχα σ ‘αυτή  την νεαρή ηλικία 15 άλογα κούρσας που έτρεχαν στον ιππόδρομο… Ασχολήθηκα μόνο, αφού τελείωσα τις σπουδές μου στο Αμερικάνικο κολέγιο Αθηνών και την Ecole Hoteliere de Lousanne και την θητεία μου στο ναυτικό, για 5 χρόνια με το εμπορικό κομμάτι, τις προμήθειες, τις δεξιώσεις και τις χοροεσπερίδες του ξενοδοχείου. Όταν αποφάσισαν να το δώσουν, εγώ είχα φύγει ήδη με προβλήματα στο εξωτερικό και ο αδελφός μου ο Στάθης δεν ήθελε να ασχοληθεί καθόλου με την επιχείρηση, αναγκάζοντας έτσι τον πατέρα μου να το δώσει. Το 1991 η οικογένεια Πετρακόπουλου έδωσε το πλειοψηφικό πακέτο των μετοχών της στο διεθνή όμιλο ξενοδοχείων CIGA για το υπέρογκο ποσό, της τάξεως του ενάμιση δισεκατομμυρίου δραχμών.

Καταζητούμενος της Ιντερπόλ ο Θεόδωρος Πετρακόπουλος για μαύρες τρύπες που άνοιξε στην Ελλάδα και η περιπλάνηση του στις πολιτείες της Αμερικής.

Ποιος ήταν ο λόγος που δεν συνεχίσατε την οικογενειακή σας επιχείρηση; Ποιοι ήταν οι καθοριστικοί παράγοντες που σας έβγαλαν έξω από το παιγνίδι;

Για κάποιους λόγους που αφορούν την Ελληνική δικαιοσύνη και την έκλυτη ζωή μου, το 1981 αναγκάστηκα να φύγω από την Ελλάδα. Εάν δεν το έκανα θα πήγαινα στη φυλακή. Πρώτο μου καταφύγιο ήταν η Ελβετία και κατόπιν η Αμερική, με την προοπτική την απόκτηση της πράσινης κάρτας. Κάτι που τελικά δεν κατάφερα. Μολονότι ο πατέρας μου το προσπάθησε, μέσω μεγάλων γνωριμιών που είχε.. Ξεκίνησα με κάποια οικονομική βοήθεια από τους γονείς μου, αλλά το ζητούμενο ήταν να βρω ένα εστιατόριο να δουλέψω. Στη Φιλαδέλφεια φιλοξενήθηκα από ένα παιδικό μου φίλο, με σκοπό να ανοίξουμε ένα μαγαζί στο King of Prassa, το έτος 1983 ήταν το μεγαλύτερο εμπορικό κέντρο του κόσμου. Για διάφορους λόγους δεν προχώρησε. Μου τηλεφωνεί ο πατέρας μου να πάω να βρω, ένα Ελληνοαμερικανό που είχε γνωρίσει ένα βράδυ στο JB CORNER που λεγόταν Φρανκ Κάλλας του οποίου η πρώτη γυναίκα ήταν κόρη του πρώην κυβερνήτη της Νέας Υόρκης. Αυτός είχε ένα εστιατόριο στο Λος Άντζελες, όπου εκεί δούλεψα και γνώρισα και έγινα φίλος με τον Τέλη Σάβαλλα. Όλα πήγαιναν καλά μέχρι κάποια στιγμή ο Φρανκ ξέφυγε και μια μέρα ενώ ήταν στο γραφείο του με τον Τέλη Σαβάλλα, έκανε επίθεση το FBI και τον συνέλαβε για χρήση και εμπόριο ναρκωτικών. Αναγκάστηκα να φύγω και να πάω στη Νέα Υόρκη σε ένα εξάδελφο μου εξ αγχιστείας τον Τάσο Καραβία που είχε παντρευτεί την ξαδέλφη μου Μαρία Δοξιάδη, και σήμερα είναι παντρεμένη με τον μεγαλύτερο Έλληνα εφοπλιστή τον Νίκο Λαιμό και μένουν στο Πόρτο Χέλι, κάνοντας σήμερα παρέα με τον τέως βασιλιά Κωνσταντίνο. Με φιλοξένησε στο σπίτι του, απέχοντας τρία μόνο σπίτια από την κατοικία του αρχιεπισκόπου Ιάκωβου. Καθημερινά συνομιλούσα με τον αρχιεπίσκοπο και κάναμε μικρές βόλτες. Εδώ έμεινα τρία χρόνια, μέχρι το 1987 και  μπάρκαρα σε βαπόρια για εννέα μήνες για να μάθω τη δουλειά. Αλλά δυστυχώς ήταν ψιλό- κατεργάρης ο ξάδελφος μου ο εφοπλιστής και δεν προχώρησε και εδώ η δουλειά στα καράβια.

Μια ζωή περιπετειώδη με ανεκπλήρωτους έρωτες, ανομολόγητα πάθη και  φρούδες ελπίδες για την πολυπόθητη πράσινη κάρτα…

Περιπέτεια… Φεύγοντας από την Νέα Υόρκη πήγα στην Βοστόνη σ’ ένα παλιό οδηγό του πατέρα μου όπου με φιλοξένησε για 9 μήνες. Σ αυτή τη πόλη ερωτεύτηκα μια χορεύτρια που έκανε στριπτίζ. Μάλιστα η ίδια μου πρότεινε να με παντρευτεί προκειμένου να πάρω το πολυπόθητο χαρτί. Φύγαμε μαζί και πήγαμε στη Νάουα, όπου φρίκαρα στη διαδρομή, γιατί επί 4 ώρες έβλεπα εκτάσεις με καλαμπόκι. Φτάσαμε σε ένα σπίτι- κοντέινερ και συναντήσαμε τους γονείς της. Από την Αθήνα η μητέρα μου θέλοντας να κάνει επίσημη τη σχέση έστειλε ένα δακτυλίδι με την Ελένη Σπερώνη την ιδιαιτέρα του Αριστοτέλη Ωνάση για να γίνει ο γάμος που δεν έγινε ποτέ. Γιατί, κάποια στιγμή κάναμε και οι δυο πίσω… Ο πατέρας μου έκανε τώρα την τελευταία του προσπάθεια με ένα φίλο του στο FBI, για να εισπράξουμε φρούδες ελπίδες… για την πράσινη κάρτα. Και έτσι… έφυγα στη Βραζιλία.

Τα ναρκωτικά- οι κόκκινες γραμμές – οι υπόγειες διαδρομές… και τα Μπωντλερικά “Άνθη του Κακού”.

Αναμοχλεύει το ένδοξο παρελθόν του, ο Θεόδωρος Πετρακόπουλος ξύνει πληγές που είναι ακόμη ανοιχτές, βυθίζει ανελέητα το μαχαίρι στη μνήμη σε ένα επικίνδυνο παιχνίδι  που του έστησε η δική του ζωή. Μια ζωή -μια πορεία στην κόψη του ξυραφιού. Το αρχικό του σχέδιο ήταν να καταφύγει στη Βραζιλία που δεν υπήρχε ο κίνδυνος για έκδοση υπόδικων αλλοδαπών.

Πως βρεθήκατε στη Βραζιλία; Εκεί γευθήκατε και τα “άνθη του κακού”;

Το 1989 πήγα σε ένα πολύ καλό φίλο του πατέρα μου, τον πιο ευφυέστατο άνθρωπο που έχω γνωρίσει στη ζωή μου τον Τζωρτζέτο Θεοτόκη. Το αρχικό μου σχέδιο ήταν να πάω στη Βραζιλία και όχι στην Αμερική, καθώς εδώ δεν υπάρχει έκδοση υπόδικων. Έμεινα πέντε χρόνια. Δούλεψα ως διευθυντής και έπαιρνα τρεις βασικούς μισθούς σε μια φυτεία που είχε ενάμιση εκατομμύριο δέντρα καφέ, 300 βουβάλια και 300 άλογα. Ερωτεύτηκα μια κοπέλα παράφορα, που εκείνη την εποχή έβγαινε από μια σχέση, που ο δικός της ήταν χρήστης ουσιών. Με τη γνωριμία μαζί της, μπήκα και εγώ στο κόσμο των ουσιών για τα καλά… Βέβαια από το καιρό που επέστρεψα αργότερα στη Ελλάδα, τις έκοψα τελείως και τώρα είμαι καθαρός. Πέρασε λοιπόν, κάποιος καιρός, αλλά τσακώθηκα με τον Τζωρτζέτο Θεοτόκη και εγκατέλειψα την Βραζιλία και επέστρεψα ξανά στην Αμερική… Είχαν περάσει ήδη 5 χρόνια σ’ αυτή τη χώρα. Μια μέρα που επέστρεφα στη Ελβετία, στον έλεγχο διαβατηρίων μου βρήκαν την δικαστική μου υπόθεση που εκκρεμούσε στην Ελλάδα και με γύρισαν στην ξανά στην Ελβετία

Πότε επιστρέψατε ξανά στην Ελλάδα;

Επειδή είχα προβλήματα με την Ελληνική δικαιοσύνη και με κυνηγούσε η Ιντερπόλ, ζήτησα από τον δικηγόρο μου να επιστρέψω και να δικαστώ. Επέστρεψα αρχές του 1994, κάθισα 3 μήνες φυλακή και όταν έγινε το δικαστήριο έφαγα 2 χρόνια με αναστολή και εξαγορά και έτσι τελείωσε και η δικαστική μου περιπέτεια.

Θα μπορούσε να είναι ένας ιδανικός ήρωας της κινηματογραφικής εποποιίας  του Τζέιμς Πάρις ή ένας πρωταγωνιστής του ελληνικού κινηματογράφου της δεκαετίας του΄60, ο Θεόδωρος Πετρακόπουλος στο ρόλο ενός “έντιμου βιοπαλαιστή” της ζωής, θύμα της κοινωνικής ανισότητας  και αδικίας ή στο ρόλο ενός “συνειδητοποιημένου αστού” που είναι “θύμα” και “θύτης’ ταυτόχρονα. Κάτι  ανάμεσα σε Κώστα Πρέκα και Νίκο Κούρκουλο σε μια σύγχρονη σεναρική βερσιόν, στην Ελλάδα της κατοχής. Πάντως έξοδος κινδύνου υπάρχει;

Πως θα σκιαγραφούσατε το πορτραίτο της ζωής σας;

Με την ιστορία της ταινίας ο “Πεταλούδας” η στην καλύτερη περίπτωση ο “Φυγάς” έχοντας μια ζωή τόσο πολυτάραχη. Αμετανόητος γυναικάς και φανατικός του τζόγου. Γόνος μιας από τις πιο αριστοκρατικότερες οικογένειες με το κεντρικότερο οικόπεδο της Αθήνας, και που πολύ λίγοι γνωρίζουν, ότι η οικογένεια μου Λάμψα- Πετρακόπουλοι ήταν από τους σημαντικότερους κοινωνικούς παράγοντες των Αθηνών, έχουν δημιουργήσει τα μεγαλύτερα ευαγή ιδρύματα στην Αθήνα. Δεν αποκτήσαμε ποτέ δικό μας σπίτι, γιατί ο συγχωρεμένος πατέρας μου έλεγε: “όταν έχεις το ξενοδοχείο αυτό, δεν χρειάζεσαι να έχεις και μόνιμη κατοικία”. Νοικιάζαμε ένα μεγάλο σπίτι, πάντα επί της Βασιλίσσης Σοφίας για να είμαστε κοντά στη Μεγάλη Βρετανία. Το μόνο που αγόρασε ήταν μια μικρή μονοκατοικία σε ένα Ελβετικό χωριό.

Από τα κολλέγια στη στενή, από την χλιδή στην καταστροφή –από τον μύθο του bourzois (μπουρζουά) που βίωσε στην “παραμύθα” των ναρκωτικών… Από την  μέθεξη του άκρατου πλουτισμού, στην απόλυτη προλεταριοποίηση στην υστέρηση, ο Θεόδωρος Πετρακόπουλος δηλώνει “άπορος”.

Δυστυχώς μόνος μου κατέστρεψα τη ζωή μου. Όλα τα έκανα στα άκρα. Στα 18μου χρόνια ήμουν ιδιοκτήτης άλογων, έπαιζα στον ιππόδρομο, ήμουν κάθε βράδυ στα μπουζούκια με γυναίκες , και στα καλύτερα μαγαζιά της Αθήνας. Μια ζωή σαν μυθιστόρημα. Ξεκίνησα με τις καλύτερες προϋποθέσεις, δεν μου έλειψε ποτέ τίποτα, δεν είχα κανένα λόγο να σπαταλήσω τα χρήματα σε τζόγο, γυναίκες ουσίες και μπουζούκια. Θα μπορούσα να έχω διαχειριστεί καλύτερα τη ζωή μου και την καριέρα μου. Θα μπορούσα με τις σπουδές που έχω κάνει να ήμουν ένας επιτυχημένος επιχειρηματίας- ξενοδόχος. Θα μπορούσα εάν δεν είχαν συμβεί όλα αυτά, να έχουμε δημιουργήσει με τον ξάδελφο μου “στρατιά” από ξενοδοχεία. Αλλά έτσι τα έφερε η ζωή μου για κάποιο λόγο….

(κλικ πάνω στις εικόνες για μεγέθυνση)

Ποια είναι σήμερα η οικονομική και οικογενειακή σας κατάσταση;

Η οικονομική μου κατάσταση δεν είναι καλή. Θα έλεγα ότι ζω αξιοπρεπώς, από κάποιο εισόδημα που μου έρχεται από την Ελβετία. Είμαι σε διάσταση με την γυναίκα μου, κι έχουμε μια κόρη την Ελένη που υπεραγαπούμε. Στην εφορία δηλώνω εισόδημα μηδέν… Από το καιρό που πέθανε ο πατέρας μου, εγώ κάνω δήλωση μηδενική. Έχω πάρει ήδη από το δήμο χαρτί απορίας, ότι είμαι άπορος. Φρόντισα όταν κληρονόμησα τον πάτερα μου, επειδή ήξερα τις αδυναμίες μου και τα πάθη μου που δεν ήταν λίγα, φρόντισα να μεταβιβάσω όλη μου τη περιουσία στη γυναίκα μου και τη κόρη μου. Στην ζωή μου η μεγαλύτερη επιτυχία είναι η κόρη μου, καρπός του γάμου μου με την πρώην σύζυγο μου που διατηρώ μια “καλή σχέση”. Όταν αποφασίσαμε να παντρευτούμε το 1998, ο πατέρας μου της είπε: “ο γιος μου δεν έχει εισοδήματα, αλλά θα σας βοηθώ εγώ”. Μας έδινε τότε 2,000.000 δραχμές. Βασικά όπως καταλαβαίνεται το μέλλον μου και το παρόν μου εξαρτάται  από την γυναίκα μου. Την προσέχω για να έχω… Ο γάμος μας έγινε με όλες τις τιμές στην εκκλησία των Αγίων Ταξιάρχων, δίπλα από την Πυροσβεστική, κοντά στα ανάκτορα. Όλες οι οικογενειακές μας τελετές γινόντουσαν εκεί. Δεν μπορώ να πω ότι μου λείπει κάτι σήμερα, όλα τα έζησα σε μέγιστο βαθμό. Να φανταστείτε ακόμα οι ντουλάπες μου έχουν ρούχα της καλής εποχής, από την μπουτίκ Ρίτσι της Τσακάλωφ στο Κολωνάκι με τις τιμές τους… αφόρετα.

Το σπίτι της Ελβετίας πως το συντηρείτε με μηδενικό εισόδημα ;

Το σπίτι αυτό το κληρονομήσαμε εξ ημισείας με τον αδελφό μου.. Κάτι που δεν το γνωρίζαμε και το μάθαμε, μετά τον θάνατο του πατέρα μου. Ήταν και μήλο της Έριδος, ώστε να έρθω σε ρήξη με τον αδελφό μου, τον Στάθη. Εγώ με την σειρά μου το έγραψα στη γυναίκα μου, για να μην το φάω και άφησα σε εκείνη να καθαρίσει… Ήταν ο λόγος για τον όποιο δεν μιλούσαμε για χρόνια πολλά. Έφτασε κάποια στιγμή η γυναίκα μου να έρθει στα χέρια μαζί του. Τότε αποφασίσαμε και πήραμε ένα δάνειο για να αγοράσουμε το μερίδιο του. Σήμερα μας ανήκει, αλλά είναι πολύ ακριβή η συντήρηση του. Το νοικιάζουμε λίγες ήμερες τις γιορτές της Πρωτοχρονιάς και λίγες μέρες το καλοκαίρι και παίρνουμε κάποια χρήματα.

Κάνοντας τον απολογισμό σας, για ποια πράγματα μετανιώσατε; Ποιο είναι τελικά το κρεσέντο σας; Ανεκπλήρωτα όνειρα, μοιραία λάθη, που γίνονται φορτία, ενοχές  που όταν δεν απελευθερώνονται είναι ένας αργός, βασανιστικός θάνατος;

Δεν μετανιώνω ούτε για τα λάθη μου, ούτε για τα πάθη μου… Είχα καλή ανατροφή, πολλές παροχές, είχα τα πάντα. Έζησα μια ζωή που πολλοί θα ονειρευόντουσαν. Έχω ταξιδέψει σε 50 χώρες, έχω πάει σε 250 ιπποδρομία σε όλο το κόσμο, στα ωραιότερα και τα ακριβότερα ξενοδοχεία του πλανήτη, λόγω του πατέρα μου, στα καλύτερα παλάτια της Ελβετίας με την λογική της ανταλλαγής της φιλοξενίας. Ταξίδευα στο Παρίσι και στο Λονδίνο για τριήμερο στα ακριβότερα σαλόνια και τις ιδιωτικές λέσχες που οι κοινοί θνητοί δεν περνούσαν ούτε απ’ έξω. Έζησα στη καρδιά του Μανχάνταν, έπαιξα στα καλύτερα καζίνο του Λος Άντζελες, πήγαινα ανελλιπώς στο Ρίο Ντε Τζανέιρο για τις καρναβαλικές φιέστες και έπεφτα από τις εξέδρες από την κατανάλωση Μπράμας (μπύρα της Βραζιλίας) και από εκεί στο παράδεισο του Περού και της Βενεζουέλας.

Συνεχίζετε να είστε επίλεκτο μέλος των Rotary club και της Αθηναϊκής Λέσχης;

 Όχι Βαριέμαι… Παρ’ όλο που ο παππούς μου ήταν τέκτονας και ο ιδρυτής τους, δεν ασχολούμαι από τον καιρό που πέθανε ο πατέρας μου.

Σας μύησαν παράλληλα και στον ελευθεροτεκτονισμό, στη μασονία;

Όχι, μόνο κάτι εξαδέλφια μου που ήσαν μασόνοι προσπάθησαν να με μυήσουν αλλά δεν με ενδιέφερε…

Ωστόσο μέσω του facebook ο Θεόδωρος Πετρακόπουλος επαίρεται με εθνικιστικές κορώνες για τις πολιτικές πεποιθήσεις του, ως “ακροδεξιός”, φαν του πολιτικού Μάκη Βορίδη, υπέρμαχος της επάρατου Επταετίας εξάρει το έργο των Συνταγματαρχών που θεωρεί ότι ήσαν οι μόνοι “αληθινοί πατριώτες”, μέμφεται τον “Ζύριζα” και ασκεί δριμεία κριτική στην κυβερνητική πολιτική: «Υπάρχει ένας γραφικός που υπογράφει…ο πλάϊνος.αυτος ο κός τα έχει βάλει με τον Βορίδη. εαν υπαρχει ένας πολιτικός και νομικός που να στάθηκε τον τελευταίο καιρό είναι ο Μάκης.το αν ανήκει στην ακροδεξιά δικαίωμα του.και εγώ ανήκω στον ιδιο χώρο .και δεν κρύβομαι .δημοκρατια έχουμε.οσο για το ξυριζα που προφανώς σας εκπροσωπεί σαν πολιτικός προσανατολισμός να τον χαίρεστε και να μας πείτε πόσους κομιτατζιδες έχει μαζύ του;όσο για την Επεν και προφανώς αναφέρεστε στην επταετία δίχως αυτούς τους πατριώτες ούτε νερο ούτε ρεύμα ούτε δρόμους ούτε μελάνι για να γράφετε θα υπήρχε.χαίρεται που έλεγε και ο σποδητηριακιας..» (Απόσπασμα από τον προσωπικό του λογαριασμό).

Έχετε εκφράσει δημόσια τον θαυμασμό σας για τον βουλευτή της Ν.Δ Μάκη Βορίδη, παρότι το πολιτικό του παρελθόν στοιχειώνει  την πολιτική  του διαδρομή  ως Γραμματέας της νεολαίας της ΕΠΕΝ, Πρόεδρος το 1994 του εθνικιστικού κινήματος: “Εθνικό Μέτωπο” και ως πρωταγωνιστής  “τσεκουράτος” στα τραγικά γεγονότα του Πολυτεχνείου την περίοδο της Χούντας, σας εκπροσωπεί, τελικά ο ιδεολογικοπολιτικός προσδιορισμός που ανήκει;

Είμαι ακροδεξιός. Πιστεύω ότι ο Μάκης είναι έγκριτος νομικός, δεν χάνει ποτέ την ψυχραιμία του και θα μπορούσε να έχει προχωρήσει μπροστά ως πολιτικός. Δυστυχώς τον φρέναρε ο Αντώνης Σαμαράς, που είναι και αυτός φίλος μου, από τον καιρό που του έκλεινα τις καμπάνες στα αστέρια της Γλυφάδας, για να έρχεται με την Άννα Βίσση που ήταν πολύ ερωτευμένη μαζί του..

Τι τίτλο θα βάζατε στο βιβλίο της ζωής σας;

“Η ζωή του εγγονού του Θεόδωρου Πετρακόπουλου”. Ο ίδιος οριοθετεί μια ζωή με ένα διφορούμενο παρόν και ένα άδηλο μέλλον και αυτοπροσδιορίζεται: Θεόδωρος Πετρακόπουλος – Mr. grande Bretagne” από την ακμή στην παρακμή”.

gosman 01-logo-PNG-180X170Του: Δημήτρη Γκοσμάνη – dimigos7@gmail.com